οἶμαι

οἶμαι
οἴομαι / οἶμαι думать, полагать; мнить aor. ὠήθην

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "οἶμαι" в других словарях:

  • οίμαι — οἶμαι (Α) (συνηρ. τ.) βλ. οίομαι …   Dictionary of Greek

  • Οἴμαι — Οἴμᾱͅ , Οἴμη way of song fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἴμαι — οἴμᾱͅ , οἴμη way of song fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Οἶμαι — Οἴμη way of song fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἶμαι — οἴμη way of song fem nom/voc pl οἴομαι forebode pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἶμ' — οἶμαι , οἴμη way of song fem nom/voc pl οἶμαι , οἴομαι forebode pres ind mp 1st sg οἶμα , οἶμα spring neut nom/voc/acc sg οἶμε , οἶμος way masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγὦιμαι — οἶμαι , οἴμη way of song fem nom/voc pl οἶμαι , οἴομαι forebode pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγᾦμαι — οἶμαι , οἴμη way of song fem nom/voc pl οἶμαι , οἴομαι forebode pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγῷμαι — οἶμαι , οἴμη way of song fem nom/voc pl οἶμαι , οἴομαι forebode pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Οἶμ' — Οἶμαι , Οἴμη way of song fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οίομαι — οἴομαι, επικ. τ. ὀΐομαι, συνηρ. τ. οἶμαι και ενεργ. τ. οἴω, επικ. τ. ὀΐω, λακων. τ. οἰῶ (Α) 1. προαισθάνομαι, προμαντεύω, προβλέπω («γόον δ ὠΐετο θυμός», Ομ. Οδ.) 2. προσδοκώ, περιμένω να συμβεί κάτι 3. υποπτεύομαι, υποψιάζομαι («ἦ τινά που δόλον …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»